Τετάρτη, 28 Ιανουαρίου 2015

Ροτόντα, Θεσσαλονίκη 2015


Ο"αέρας της αλλαγής" μας παίρνει και μας σηκώνει και μας κάνει ζβούρες. Ένα πρασινωπό σύννεφο αισιοδοξίας αιωρείται πάνω από την πόλη. Θέλω να σε δω. Όλα αυτά τα άσχημα που νομίζαμε αυτονόητα μοιάζουν να αλλάζουν προς την κατεύθυνση όλων εκείνων των ωραίων που νομίζαμε ανέφικτα χθες. Μα, πώς; Εμείς ήμασταν πάντοτε μαξιμαλιστές. Θέλαμε πάντοτε τα πάντα. Και με τα πάντα, εννοούσα πως θέλαμε την Επανάσταση. Αυτή και μόνο. Τα καθημερινά ήταν ασήμαντα -θυσίες στο βωμό του αδιάκοπου αγώνα προς Εκείνη. Εντάξει, αυτά τα καθημερινά που φωνάζαμε πως τα θέλουμε πίσω γιατί μας ανήκουν ίσως και να τα ξαναπάρουμε τώρα, ρε συ. "Ο αέρας της ελπίδας μας παρασύρει." (Πω πω, μιλάς σχεδόν σαν αυτούς.) Μα, μα... Ήμασταν πάντοτε αμετανόητα σκληροπυρηνικοί. Και είμαστε. Δογματισμός -ε, και; Αφού ένα ήταν πάντα το δίκιο και το κατείχαμε εμείς. Πάντα. 

Δεν είμαστε μόνοι όμως, ποτέ δεν ήμασταν. Η τάση μας να τα θέλουμε όλα δεν μεταφράστηκε ποτέ σε συνολική κατάκτηση και ούτε θα μεταφραστεί. Γιατί δεν είμαστε μόνοι, γιατί ποτέ δεν ήμασταν μόνοι. Γιατί, ρε συ, οι μινιμαλιστές ήταν πάντα περισσότεροι, και παραμένουν περισσότεροι. Θέλανε πάντα την αλλαγούλα, αυτό ήταν όλο. Τη μικρή αλλαγή. Τη θέλανε και τη θέλουν πάντα, σταθερά και λίγο λίγο, έτσι, μίζερα. Όμως τώρα αυτοί ίσως παίρνουν περισσότερα απ' όσα θέλουν. Κι εμείς; Εμείς θα παίρνουμε λιγότερα απ' όσα θέλουμε για πάντα, ώσπου να φτάσουμε σε Εκείνη. Δε θα φτάσουμε όμως ποτέ και το ξέρεις, οπότε για πάντα (το για πάντα είναι το δικό μας για πάντα, όσο δηλαδή είμαστε ζωντανοί, ε;) θα παίρνουμε λιγότερα. Αυτή τη φορά φαίνεται πως θα πάρουμε αρκετά απ' όσα ζητούσαμε τόσο καιρό τουλάχιστον. Οπότε μη γκρινιάζεις και χαμογέλα επιτέλους. Και πάλευε με το χαμόγελό σου πια. Γιατί είμαστε μαξιμαλιστές, ήμασταν πάντοτε τέτοιοι. Όμως στο σήμερα και στο τώρα, μπορεί και να κερδίσαμε. Και δεν είναι που υπερισχύει ο ρεφορμιστικός εαυτός μου, είναι που βλέπω τα μάτια της μάνας μου να γυαλίζουν για πρώτη φορά μετά από καιρό. Είναι που η γιαγιά μου κλαίει στην όψη ενός σαραντάρη που αποφάσισε να τιμήσει τους παλιούς της συντρόφους. Αυτά, μωρέ, αυτά με κάνουν και αναθεωρώ. 

Θέλω να σε δω. Θέλω να με κοιτάξεις στα μάτια και να μου πεις πως δεν έχει καμία σημαντική αξία για σένα αυτή η έκβαση των πραγμάτων. Πως η ζωή σου θα μείνει η ίδια και μάλιστα χειρότερα θα είναι, γιατί θα έχεις και κάποιους που το παίζανε δικοί σου να αράζουν τώρα στις μεγάλες καρέκλες της εξουσίας. Μα, μάθαμε να παλεύουμε ως το τέλος. Και τώρα θα μπορούμε, για φαντάσου, χωρίς τις ίδιες δυσκολίες! Για φαντάσου, μπορεί και να μη μας κυνηγάνε πια, και οι καταλήψεις να ξαναγίνουν δικές μας. Και οχι, δεν πρέπει να συντάσσεσαι με την εξουσία ό,τι χρώμα κι αν πάρει αυτή, και όχι, δεν βρέθηκε ξαφνικά η λύση για όλα, και όχι, δεν βρήκαμε κανένα σωτήρα και ούτε που αγγίξαμε καν την ουτοπία. Όμως η πάλη δεν είναι αυτοσκοπός, είναι μέσο, δεν είναι; Και όταν κερδίζεις κάτι το οποίο λαχτάρησες και για το οποίο χτύπησε η καρδιά σου τόσο δυνατά, τότε χαίρεσαι, δε χαίρεσαι; Έστω, το καθημερινό. Είναι κάτι, δεν είναι;

Έλα, λοιπόν, προσγειώσου. Μη συμβιβαστείς! Μόνο προσγειώσου λίγο στην πραγματικότητα. Είναι καιρός χαράς και για σένα. Έλα, χαμογέλα, μη νιώθεις άσχημα. Έχει στ' αλήθεια γίνει ένα μικρό βηματάκι προς τα μπρος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: