Τετάρτη, 25 Δεκεμβρίου 2013

μαραθώνιος



Εκείνη η νύχτα ήταν γεμάτη. Από μια αόριστη βεβαιότητα. Από μια ορισμένη αβεβαιότητα.
Εκείνη η νύχτα.
Μεταξύ μας μια αιωρούμενη παγωνιά, κι όμως κανείς δεν έκανε πίσω.
Ετερόκλητοι, ξανά, στο μαρμάρινο πεζούλι
να τραγουδάμε τους ύμνους της χαμένης ζωής των άλλων.
Εκ του ασφαλούς.
Να τραγουδάμε τους αγώνες των άλλων.
Εκ του ασφαλούς.
Και τζαζ νότες να παλεύουν να ακουμπήσουν τις ανώτερες ψυχές μας. Νομίζαμε πως ήμαστε αθάνατοι στην πλατεία. Ο αέρας μύριζε μπύρα, φωτιά και πορτοκαλί γρασίδι.
Τίποτα το σοβαρό στα λόγια μας. Γύρω, κανείς τους δεν μας έδινε σημασία.
Ο κοντός μονάχα ερχόταν πού και πού, για το καθάρισμα.
Γλυκό και αλμυρό.
Εκείνη η νύχτα γέμιζε όσο προχωρούσε.
Ένας τύπος μιλούσε στη μπασκέτα. Ο καψερός. Γελάσαμε εις βάρος του για λίγο.
Εκ του ασφαλούς και πάλι.
Βλέπεις, το δικό μας σπίτι ήταν γεμάτο κόσμο, το κρεβάτι μας ζεστό και τα χρόνια μας εικοσικάτι.
"Γιατί όχι, πόσο συχνά το κάνεις;"
- εκείνος ο τύπος είχε το δίκιο και το κουράγιο που χρειαζόταν για να με πείσει.
Εξάρχεια - Γκάζι. Τέσσερις και μισή.
Εκείνη την νύχτα οι δρόμοι ήταν άδειοι. Οι πλατείες όλο πρόβατα και μπουκαλάκια. Και οι λόφοι χόρευαν από πάνω μας σαν παλαβωμένοι.
Καλά, ο κόσμος ήταν γκρι, τί περίμενες;
Μα το πορτοκαλί πλημμύριζε τον αέρα
μαζί με την ομίχλη που είπαν στις ειδήσεις.
Σοκολάτα. Πατάτες. Μαρούλι. Κι άλλη σοκολάτα στην πλατεία.
Ένας άσπρος μαρκαδόρος στο χέρι του, κι αυτός να δίνει ζωή(;) στους τοίχους.
Προσπαθώντας να θυμίσει σε όλους πως υπάρχει, ακόμα και σε όσους δεν νοιάστηκαν ποτέ.
Λοιπόν, άκουσα πως τους σταμάτησαν. Και η σοκολάτα έγινε ένα με την πλατεία.
Εμείς οι άλλοι ατάραχοι, και λογικό. Τα γέλια τους επιβεβαίωσαν τις υποθέσεις μας μετά.
Και οι ώρες περνούσαν γεμάτες, εκείνη τη νύχτα.
Και ο πάγος δεν έσπασε ποτέ, όμως κανείς δεν έκανε πίσω.
Ως το μέρος με τα φώτα και τις μουσικές. Α! Ωραιότατο μέρος!
Γεμάτο σόου και τύπους που κάτι μου λέγανε στο αυτί. Δε νομίζω να απάντησα σε κανέναν τους.
Μόνο στο "πάμε;" απάντησα αργότερα.
Και πήγαμε. Μετρό. Ταξί. Βύρωνας.
Εκείνη τη νύχτα κοιμήθηκα στις εφτάμιση το πρωί.

Δεν υπάρχουν σχόλια: